Περιφερειακή Ενότητα Δράμας

GreekEnglish (United Kingdom)BulgarianGermanFrenchRussianTurkish

Θρησκευτικός τουρισμός

Εκτύπωση

Στην πόλη και στους οικισμούς του βόρειου κυρίως τμήματος του νομού, σε δασώδεις εκτάσεις αλλά και σε πλαγιές και απόκρημνες κορυφές των ορεινών όγκων της περιοχής, μοναστήρια και εκκλησιές μαρτυρούν το βαθύτατο θρησκευτικό σεβασμό των κατοίκων. Μνημεία του βυζαντινού κόσμου και άλλα, τα περισσότερα, των οθωμανικών χρόνων μεταφέρουν μνήμες της διαδρομής του ελληνισμού και της ορθοδοξίας στην ταραγμένη αυτήν περιοχή. Με αφετηρία τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες, η χριστιανική εκκλησία στη Δράμα αποτελούσε τμήμα της ιστορικής επισκοπής των Φιλίππων που δημιουργήθηκε μετά το κήρυγμα του Απόστολου Παύλου τον 1ο μ.Χ. αι. Ως αρχιεπισκοπή, εξαρτημένη από τη μητρόπολη των Φιλίππων, η Δράμα εμφανίζεται, για πρώτη φορά, στη βασιλεία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1258-1282). Αυτήν την εποχή ακριβώς θεωρείται ότι αναπτύχθηκε σε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο.

Από το 17ο αι. η Μητρόπολη Δράμας ενώθηκε με άλλες Μητροπόλεις της περιοχής μέχρι το 1882 όταν διασπάστηκε, και ο σημερινός νομός πέρασε στον έλεγχο δύο επισκοπών στη διάρκεια του 20ού αι. Από τους βυζαντινούς χρόνους σώζονται στην πόλη η βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας του 10ου αι., που μετατράπηκε σε τέμενος την περίοδο της τουρκοκρατίας, και το εκκλησάκι των Ταξιαρχών από την εποχή των Παλαιολόγων, σε ρυθμό μονόχωρης βασιλικής, που βρισκόταν σε επαφή με το βυζαντινό τείχος, καθιστώντας πιθανόν τους Ταξιάρχες φύλακες της Δράμας.
Το σημαντικότερο μοναστήρι της εποχής στην περιοχή είναι αναμφίβολα, μέχρι σήμερα, εκείνο της Εικοσιφοίνισσας, σε υψόμετρο 753 μ., σε μια καλά προστατευμένη πλαγιά του Παγγαίου. Σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση, πρωτοχτίστηκε τον 5ο αι. με κτήτορα τον άγιο Γερμανό ή κατά μία άλλη εκδοχή αυτό έγινε στα τέλη του 8ου αι.. Στις παραδόσεις της μονής, αναφέρεται πως η Παναγία χάρισε στον Γερμανό την αχειροποίητη θαυματουργή εικόνα της, μέσα σε εξαίσιο, «φοινικούν», φως. Για αυτό και η μονή αφιερώθηκε στην Παναγία και φέρει την ονομασία «Εικοσιφοίνισσα». Χιλιάδες προσκυνητές καταφθάνουν κάθε χρόνο στο μοναστήρι του Παγγαίου για χάρη της θαυματουργής εικόνας. Η μονή, καταφύγιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Διονυσίου Α΄ στο τέλος του 15ου αι., έφθασε στο απόγειο της ακμής της γύρω στο 15ο-16ο αι. και γνώρισε την καταστροφή, τόσο το 1507 με τη σφαγή όλων των μοναχών όσο και το 1943, για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους εθνικούς αγώνες. Το καθολικό της μονής άρχισε να κατασκευάζεται από τα τέλη του 18ου αι. και προχώρησε η ανοικοδόμησή του σε μια δεύτερη φάση την περίοδο 1837-1842. Το εξαιρετικό ξυλόγλυπτο τέμπλο, όπου βρίσκεται και η Αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας, τελείωσε το 1803 από Χιώτες τεχνίτες. Οι σωζόμενες τοιχογραφίες στο εξωτερικό του ναού έγιναν μεταξύ του 1858 και 1864 από το Μολδαβό ζωγράφο Ματθαίο, γνωστό και από έργα του στο Άγιο Όρος, μαζί με τον θεσσαλονικέα βοηθό του Νικόλαο. Μετά την ανασυγκρότηση του 1967 είναι γυναικεία μονή που φιλοξενεί πολλούς πιστούς κάθε χρόνο, καθώς η γαλήνη και η πνευματικότητα κυριαρχούν μέσα στο εξαιρετικό φυσικό περιβάλλον.

Στο τέλος της τουρκοκρατίας, από το 1815 μέχρι το 1890, χτίζονται 33 μεταβυζαντινές εκκλησίες σ' ολόκληρο το νομό, σε περίοδο μεταρρυθμίσεων αλλά και έντονων εθνικών ανταγωνισμών. Ανήκουν συνήθως στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, που επικράτησε σε ολόκληρη τη Μακεδονία κατά την τουρκοκρατία. Οι μεταβυζαντινές εκκλησίες του νομού διακρίνονται από μορφολογική και κατασκευαστική λιτότητα. Η κόγχη του ιερού είναι ημικυκλική ή πολύπλευρη και σε ορισμένες περιπτώσεις κοσμείται με απλά αψιδώματα.
Η στέγη είναι δικλινής, ενώ στον ανατολικό τοίχο υπάρχουν φεγγίτες στρογγυλοί ή σε σχήμα τετραφύλλου. Στο εσωτερικό τους οι οροφές είναι ξύλινες με πολύχρωμο διάκοσμο. Οι ναοί διαθέτουν ξυλόγλυπτα τέμπλα-συχνά εξαιρετικής τέχνης- και ενδιαφέρουσα ξυλόγλυπτη επίπλωση (όπως επισκοπικό θρόνο, άμβωνα). Στα λατρευτικά μνημεία της περιοχής κυριαρχούν, οι φορητές εικόνες και όχι οι τοιχογραφίες που κοσμούν λίγες στον αριθμό αλλά πολύ ενδιαφέρουσες εκκλησίες, όπως τους Ταξιάρχες στο Ακρινό (περ.1860), τον Άγιο Δημήτριο στο Νευροκόπι (μετά το 1866), της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Λιβαδάκι (τέλη 19ου αι). Στη ζωγραφική αναγνωρίζονται στοιχεία λαϊκής τέχνης που φέρνουν πιο κοντά τον καθημερινό άνθρωπο στην ορθόδοξη πίστη, ενώ έντονες είναι και οι επιδράσεις των εργαστηρίων του Αγίου Όρους. Εξωτερικά οι εκκλησίες κοσμούνται με περίτεχνο καμπαναριό, ανεξάρτητο ή ενσωματωμένο στο οικοδόμημα, που κατασκευάστηκε με ντόπια λαξευτή πέτρα και ξεχωρίζει για την πυργοειδή μορφή του. Ανάμεσα στα αντιπροσωπευτικά μνημεία της περιοχής ξεχωρίζει η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Λιβαδάκι, κτισμένη το 1870, με αναλλοίωτο στο εσωτερικό τον ξυλόγλυπτο και γραπτό διάκοσμο που καθιστά το ναό ως ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της περιοχής Νευροκοπίου. Ακόμη οι Ταξιάρχες στο εγκαταλελειμμένο σήμερα Ακρινό (1848), ο Προφήτης Ηλίας στον Βώλακα (1841), η Κοίμηση της Θεοτόκου στο Πανόραμα (μέσα 19ου αι.), ο Άγιος Νικόλαος στην Καλή Βρύση (1877), ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου στη Χωριστή (1906) και ο Άγιος Αθανάσιος στο Δοξάτο (1867). Κοντά στην προικισμένη φύση της δραμινής γης, μοναστικές κοινότητες εκπέμπουν πνευματικό φως και γίνονται καταφύγιο λατρείας και περισυλλογής. Εκτός από τη μονή της Εικοσιφοίνισσας στο Παγγαίο, στο πευκοδάσος της Περιχώρας υπάρχει η γυναικεία μονή του Αγίου Μηνά (1950), στο δρόμο μας για το περίφημο δάσος της Ελατιάς η γυναικεία μονή της Αναλήψεως του Σωτήρος (στο χωριό Ταξιάρχες από το 1970) και η μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στην Πρασινάδα, 52χλμ. ΒΑ της Δράμας, στο δρόμο μας για τα δάση της Ροδόπης. Τους θησαυρούς της ορθόδοξης παράδοσης μπορούμε να δούμε συγκεντρωμένους στο εκκλησιαστικό μουσείο της Μητρόπολης Δράμας, δίπλα στο επισκοπικό μέγαρο της πόλης, αφού προηγηθεί επικοινωνία με τα γραφεία της εκκλησιαστικής αρχής.