Περιφερειακή Ενότητα Δράμας

GreekEnglish (United Kingdom)BulgarianGermanFrenchRussianTurkish

Βυζαντινοί χρόνοι

Εκτύπωση

 

Σχετικά με την ευρύτερη περιοχή του νομού Δράμας, η εικόνα που προκύπτει από τις πτωχές ιστορικές πηγές είναι αποσπασματική. Δε φαίνεται ότι είχαν αναπτυχθεί γύρω από την πόλη και στο νομό σημαντικά αστικά κέντρα. Ο χαρακτήρας της οικονομίας παρέμεινε βασικά αγροτικός. Η γη ήταν μοιρασμένη σε μεγάλες γαιοκτησίες ή σε μετόχια μοναστηριών. Οι μεγάλες ιδιοκτησίες καλλιεργούνται από τους παροίκους, αλλά επιβιώνουν παράλληλα και οι λεγόμενοι ελεύθεροι καλλιεργητές. Στην καλλιέργεια και στην απόδοση της γης στήριζαν οι κάτοικοι την ευημερία τους, ενώ τα έσοδα από τη φορολογία της γης αποτελούσαν για τους επικυρίαρχους ή για το ίδιο το κράτος τη βασικότερη πηγή κάθε εισοδήματος. Για την παλαιοχριστιανική περίοδο οι πληροφορίες που αντλούμε από τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι λίγες, αλλά πολύτιμες. Μαρτυρημένες παλαιοχρι-στιανικές θέσεις βρίσκονται στην εύφορη κοιλάδα ανάμεσα στο Φαλακρό, το Μενοίκιο και τα όρη της Λεκάνης. Οι πιο πολλές εντοπίσθηκαν στα πεδινά σημεία - Κεφαλάρι, Προσοτσάνη, Σιταγροί, Αργυρούπολη - ενώ στα ορεινά μόνον δυο: Ανδριανή και Πλατανιά.

Στον κάμπο της Προσοτσάνης, σε απόσταση 2 χλμ. νότια της σύγχρονης κωμόπολης, αποκαλύφθηκε παλαιοχριστιανική βασιλική με ημικυκλική αψίδα ανατολικά και νάρθηκα δυτικά. Μεταγενέστερο μονόχωρο ναΐδριο κτίσθηκε στο κεντρικό κλίτος της βασιλικής. Στην κοιλάδα της Πλατανιάς, ανάμεσα στο Φαλακρό και στα βουνά της Λεκάνης, 2 χλμ. περίπου από το σημερινό χωριό, βρίσκεται ο "Καλές" (μικρό κάστρο) της Πλατανιάς. Στο εσωτερικό του κάστρου βρέθηκαν αντικείμενα (κεραμική, νομίσματα) παλαιοχριστιανικών χρόνων. Μαρμάρινο ενεπίγραφο υπέρθυρο. (αρχαιολογικό μουσείο Δράμας) Στην οχυρή ακρόπολη της Αδριανής η εικόνα είναι σαφέστερη. Κάτω από το σύγχρονο εκκλησάκι του Άη-Γιάννη σώζεται η αψίδα και διαγράφεται η κάτοψη βασιλικής, της οποίας τα γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη, άλλα είναι εντοιχισμένα ως φοβία στο ναΐσκο και άλλα βρίσκονται διάσπαρτα στο χώρο που βρίθει από λείψανα κτισμάτων και άφθονη επιφανειακή κεραμική, κυρίως παλαιοχριστιανική. Από τη βυζαντινή περίοδο σώθηκε μόνον ένα αξιόλογο μνημείο, σε απόσταση 2,5 χλμ. περίπου δυτικά της Προσοτσάνης. Τη θέση του μνημείου επισημαίνει συστάδα ψηλών δένδρων μέσα στην κοιλάδα. Πρόκειται για τον Άγιο Παντελεήμονα, κτίσμα της εποχής των Παλαιολόγων του σταυροειδούς εγγεγραμμένου τύπου με συνεπτυγμένες τις κεραίες. Διατηρεί μόνο στην ανατολική και βόρεια πλευρά την αρχική πλινθοπερίλειστη τοιχοδομία του. Το υπόλοιπο κτίσμα μαζί με την κιονοστήρικτη στοά είναι προπολεμική επισκευή. Με τη συνδρομή διαφόρων στοιχείων μπορούμε να τον χρονολογήσουμε με βεβαιότητα στο β΄ μισό του 13ου αι. Κατά μία άποψη υπήρξε καθολικό μονής και ταυτίζεται με το αναφερόμενο βυζαντινό μετόχι του Αγίου Παντελεήμονα, πλησίον του Πάνακος (σημ. Αγγίτης). Αξιόλογες μονές με σημαντική περιουσία, που φαίνεται ότι υπήρχαν σε διάφορα μέρη του νομού Δράμας, δεν έχουν εντοπισθεί με αρχαιολογικές ενδείξεις ή ανασκαφικά ευρήματα. Για ορισμένες γίνονται σχετικές προτάσεις, άλλων η θέση αναζητείται. Οι βυζαντινές πηγές π.χ. αναφέρουν τη μονή της Παναγιάς της Κοριλιώτισσας, Βατοπεδινό μετόχι, της οποίας προτάθηκε η εντόπιση και η ταύτιση με ερείπια στο λόφο Κορύλοβο πάνω από τη Δράμα. Αλλά το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της περιοχής υπήρξε ασφαλώς η ονομαστή μονή της Εικοσιφοίνισσας στο Παγγαίο, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Δράμας. Ιδρύθηκε στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια, αλλά έφθασε στο απόγειο της ακμής της γύρω στον 15ο-16ο αι., ενώ κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας οι μοναχοί της ανέπτυξαν σπουδαία εθνική δράση. Βόρεια του σημερινού χωριού Παλαιοχώρι (νομός Καβάλας) αποκαλύφθηκαν τα ερείπια εκτεταμένου μοναστηριακού συγκροτήματος. Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου χρονολογείται στο 13ο αι. και η διάρκεια ζωής του φθάνει μέχρι το 18ο αι. Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της ανασκαφής αυτής έχουν εκτεθεί στο Μουσείο Δράμας. Στον άμεσο περίγυρο της πόλης της Δράμας και σε ολόκληρο το νομό υπάρχουν 33 μεταβυζαντινές εκκλησίες. Οι περισσότερες κατανέμονται στα χωριά των υπωρείων του Μενοικίου όρους και της λεκάνης του Αγγίτη και βόρεια του Φαλακρού στην επαρχία Νευροκοπίου. Σύμφωνα με τις επιγραφές των κτιρίων τους κτίστηκαν από το 1815 μέχρι το 1890. Τυπολογικά οι εκκλησίες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: στην πρώτη ανήκουν οι μονόχωρες δρομικές βασιλικές, στη δεύτερη οι τρίκλιτες ξυλόστεγες βασιλικές με διάφορες παραλλαγές και στην τρίτη οι σταυροειδείς εγγεγραμμένες με τρούλλο. Συνηθέστερος είναι ο τύπος της τρίκλιτης ξυλοστέγης βασιλικής, που επικράτησε σε ολόκληρη τη Μακεδονία κατά την τουρκοκρατία. Οι μεταβυζαντινές εκκλησίες του νομού Δράμας διακρίνονται από μορφολογική και κατασκευαστική λιτότητα που οφείλεται, όπως σε ολόκληρη τη Μακεδονία, στην έλλειψη οικονομικών πόρων. Η κόγχη του ιερού είναι ημικυκλική ή πολύπλευρη και σε ορισμένες περιπτώσεις κοσμείται με απλά αψιδώματα. Η στέγη είναι δικλινής, με αποτμήσεις στις στενές πλευρές, χαρακτηριστικό των εκκλησιών αυτής της εποχής. Στον ανατολικό τοίχο υπάρχουν φεγγίτες στρογγυλοί ή σε σχήμα τετραφύλλου.
Λείπει εντελώς ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος. Στις όψεις μοναδική διακόσμηση αποτελούν τα επιμελημένα λαξευτά λίθινα πλαίσια. Μερικές φορές συναντούμε εντοιχισμένες λιθανάγλυφες πλάκες. Στο εσωτερικό τους οι οροφές είναι ξύλινες με πολύχρωμο διάκοσμο, τα τέμπλα ξυλόγλυπτα, συχνά εξαιρετικής τέχνης, και όλη η υπόλοιπη ξυλόγλυπτη επίπλωση ενδιαφέρουσα: επισκοπικός θρόνος, άμβωνας, προσκυνητάρια, αναλόγια και άλλα σκεύη λατρείας. Τα κωδωνοστάσια, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, έχουν κτισθεί όλα σχεδόν στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Ανεξάρτητα ή ενσωματωμένα στο ογκομετρικό περίγραμμα της εκκλησίας, αποτελούν πράγματι έργα τέχνης. Έχουν κτισθεί με ντόπια λαξευτή πέτρα και η μορφή τους είναι πυργοειδής. Δίνουν μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας και επιβλητικότητας. Σχεδόν πάντοτε τοποθετούνται στην πορεία της εισόδου των πιστών στην εκκλησία. Η παρουσία τους αποτελεί βέβαια μαρτυρία των μεταρρυθμίσεων, που άρχισαν να συντελούνται στους τελευταίους χρόνους της τουρκοκρατίας και των γενικότερων αλλαγών στη δομή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι εκκλησίες έχουν χρονολογία. Σε μερικές μάλιστα έχουμε χρήσιμες πληροφορίες για τους μαστόρους και τους κτήτορες. Παρατηρείται μια έντονη οικοδομική δραστηριότητα κατά τα έτη 1835-1853, γεγονός που κατά κύριο λόγο θα πρέπει να οφείλεται στη γνωστή σταδιακή μεταβολή της στάσης της Πύλης ως προς το καθεστώς του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας την τέταρτη δεκαετία του 19ου αι. Συχνές είναι οι περιπτώσεις όπου δίπλα στην εκκλησία κτίζεται ένα σχολείο. Αυτές χρονολογούνται στην έβδομη δεκαετία του 19ου αι. Αυτή η δραστηριότητα ενδεχομένως να συνδέεται με το πρόσωπο του Μητροπολίτη Δράμας Αγαθάγγελου (1861-1872), επιφανούς ιεράρχη της εποχής.