Περιφερειακή Ενότητα Δράμας

GreekEnglish (United Kingdom)BulgarianGermanFrenchRussianTurkish

Ιστορικοί χρόνοι

Εκτύπωση

 

Η μέχρι τώρα ανασκαφική έρευνα δε φώτισε ακόμη τη ζωή και το χαρακτήρα των αρχαίων οικισμών στο νομό Δράμας κατά τους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους. Δείγματα κεραμικής από την περιοχή της Βιομηχανικής Ζώνης Δράμας και τους Ποταμούς φανερώνουν επικοινωνία της περιοχής ήδη από τον 7ο π.Χ. αι. με τα παράλια της Μακεδονίας. Από τα μέσα του 4ου π.Χ. αι. και μετά την ένταξη της περιοχής στο Βασίλειο της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β' (356 π.Χ.), η περιοχή ακμάζει ξανά με την επίδραση των Φιλίππων και της Αμφίπολης. Εξελληνίζονται οι Θράκες που κατοικούν από τους πρώιμους χρόνους στην ευρύτερη περιοχή και πραγματοποιούνται διάφορα έργα, κοινωφελή και οχυρωματικά. Στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους ανήκει το πρόσφατα ανασκαμμένο αρχαίο ιερό του Διονύσου, στην περιοχή της κοιλάδας του ποταμού Αγγίτη, σε απόσταση 2,5 χλμ. από το γραφικό χωριό Καλή Βρύση.

Η θέση "Μικρή Τούμπα" της κοινότητας Καλής Βρύσης επάνω σ' ένα πλάτωμα που δεσπόζει σ' όλη την πανέμορφη κοιλάδα, αποτελεί φυσικό πέρασμα σε διάφορες εποχές ανάμεσα στα βουνά Μενοίκιο και Φαλακρό. Από το 1991 μέχρι και το 1995 διενεργήθηκε συστηματική ανασκαφική έρευνα στη θέση αυτή και αποκαλύφθηκε ορθογώνιο, μνημειακού χαρακτήρα, κτίριο με προσεγμένη τοιχοδομία, που περιέχει λατρευτικά στοιχεία τοπικού χαρακτήρα. Ο Διόνυσος είχε οπαδούς του και στην περιοχή της Καλής Βρύσης στους αρχαίους χρόνους, στο τελευταίο τέταρτο του 4ου με τις αρχές του 3ου π.Χ. αι. Η λατρεία του Βάκχου-Διονύσου ξεχώριζε σ' όλη την αρχαία Θράκη με βασικό στοιχείο της την έκσταση των χορευτών με κρασί και χορό. Στην ευρύτερη περιοχή της Καλής Βρύσης ευρήματα σποραδικά ρωμαϊκών χρόνων μαρτυρούν τη συνέχεια της Διονυσιακής λατρείας και κατά τη ρωμαϊκή εποχή, εκτός ανασκαφικού χώρου. Απόηχος της διονυσιακής λατρείας είναι τα σημερινά παραδοσιακά δρώμενα της Καλής Βρύσης, στις αρχές του Γενάρη, ενώ η πομπή των "μπαμπούγερων" παραπέμπει στην πομπή των "Αγροτικών Διονυσίων". Το ιερό της Καλής Βρύσης γνώρισε άγρια λεηλασία και καταστροφή από φωτιά στις αρχές του 3ου π.Χ. αι., εποχή που οι Γαλάτες περνούν από την περιοχή μετά τη μάχη της Λυσιμάχειας, μη συνεχίζοντας τη ζωή του στα ρωμαϊκά ή μεταγενέστερα χρόνια. Σε διάφορες περιοχές του νομού βρέθηκαν διάσπαρτοι τάφοι, δείγματα νεκροπόλεων ελληνιστικών χρόνων. Απλοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, καθώς και ταφές - καύσεις εντοπίστηκαν στον ευρύτερο κάμπο του Καλαμώνα, στην περιοχή της Προσοτσάνης, Μικρόπολης, Χαριτωμένης, Γραμμένης, στο Καλαμπάκι και αλλού. Για τους οικισμούς των ελληνιστικών χρόνων δε γνωρίζουμε αρκετά, γιατί δεν προχώρησε ακόμη η έρευνα. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, αμέσως μετά την περίφημη μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ., ο Αντώνιος που ήταν ο πρώτος οικιστής της ρωμαϊκής αποικίας οργανώνει την εγκατάσταση παλαίμαχων στρατιωτών της 28ης λεγεώνας. Η σημαντικότερη όμως αποίκιση γίνεται από τον Οκταβιανό Αύγουστο το 30 π.Χ. Ανταμείβοντας παλαίμαχους, τους χαρίζει τμήματα γης και τους εγκαθιστά σε μεγάλη έκταση στο νομό Δράμας, σε κοιλάδες, πεδιάδες και σε ορεινές περιοχές. Έτσι, τα σύνορα της ρωμαϊκής αποίκισης απλώνονται μέχρι και την περιοχή της Πλατανιάς, σύμφωνα με επιγραφικές μαρτυρίες, με χαρακτήρα κυρίως αγροτικό. Δημιουργείται η εκτεταμένη "χώρα" της ρωμαϊκής αποικίας των Φιλίππων (Colonia Augusta Iulia Philippensis) με πολλές "κώμες" και "αγροικίες".Ο αριθμός των κωμών και αγροικιών είναι αρκετά μεγάλος και δεν έχει εξακριβωθεί μέχρι σήμερα.
Επιγραφικές μαρτυρίες, ταφικά μνημεία, διάφορα ευρήματα δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τις 'κώμες' αυτές σε διάφορες περιοχές του νομού Δράμας, όπως π.χ. Πηγές Αγγίτη, Γραμμένη, Καλαμπάκι, Πλατανιά, Κεφαλάρι, Μικρομηλιά, Καλή Βρύση κ.α. Μέσα στα όρια της ρωμαϊκής αποικίας σημαντική θέση έχουν και οι οχυρές ακροπόλεις, "τα κάστρα" όπως λέγονται, θέσεις οχυρωμένες σε λόφους που ελέγχουν δρόμους και αξιόλογα ποτάμια περάσματα προς την ενδοχώρα, κυρίως γύρω από κοιλάδες, όπως είναι η ακρόπολη της Πλατανιάς, με ίχνη ζωής από τη μακρινή εποχή του σιδήρου (1050-800 π.Χ.) μέχρι τα παλαιο-χριστιανικά χρόνια, με χώρους κατοίκησης και ελέγχου στρατιωτικών πιθανότατα μονάδων για τη φύλαξη των παραποτάμιων δρόμων. Άλλες σημαντικές ακροπόλεις - "κάστρα" είναι της Αδριανής, των Πύργων, των Πηγών του ποταμού Αγγίτη, του Ξηροποτάμου όπου εντοπίστηκε και τμήμα ρωμαϊκού υδραγωγείου κ.ά. Από τα ταφικά μνημεία διαφόρων περιοχών που εντοπίζονται σποραδικά ξεχωρίζουν απλοί τάφοι, κιβωτιόσχημοι ή μνημειακά ταφικά κτίσματα. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους δημιουργούνται νέες οδικές αρτηρίες και επισκευάζονται παλιές, που συνήθως ακολουθούν φυσικά περάσματα. Η μεγαλύτερη οδική αρτηρία, η Εγνατία Οδός (Via Egnatia) στα τέλη του 2ου π.Χ. αι., έργο του Ρωμαίου ανθύπατου Γναίου Εγνατίου που συνέδεε τη Ρώμη με το Βυζάντιο (την Κωνσταντινούπολη), περνούσε και από την περιοχή της Δράμας. Παράλληλα θα υπήρχαν και άλλοι δρόμοι, που όμως δύσκολα ανιχνεύονται σήμερα, για την επικοινωνία των κωμών μεταξύ τους και με την ενδοχώρα.