Περιφερειακή Ενότητα Δράμας

GreekEnglish (United Kingdom)BulgarianGermanFrenchRussianTurkish

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ 20/09/2018

Εκτύπωση

fest2109201812

 

 

Την Αμάντα Μιχαλοπούλου και τον Μάνο Κοντολέων υποδέχτηκε σήμερα στα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια ο συγγραφέας-δημοσιογράφος Παύλος Μεθενίτης.

 

*Όπως εξήγησε η Αμάντα Μιχαλοπούλου, η οποία πρωτοεπισκέφτηκε το Φεστιβάλ πριν από 25 χρόνια, το –εν μέρει αυτοβιογραφικό- βιβλίο της είναι γραμμένο σε 50 κεφάλαια, για κάθε ένα από τα χρόνια της ηρωίδας της, παρακολουθώντας όμως ανάποδα τη ζωή της «καθώς η δράση βαδίζει προς τα πίσω μέχρι τη στιγμή της γέννησης της». Τα γραπτά της ποικίλλουν σε μορφή και ύφος: «Άλλα κεφάλαια είναι γραμμένα ως γράμμα, άλλοτε ως μικρό θεατρικό, άλλοτε ως ποίημα ή σελίδες ημερολογίου».

 

*Στο 14ο μυθιστόρημα του πολυγραφότατου Μάνου Κοντολέων, ο συγγραφέας εστιάζει σε ένα από το δεύτερα πρόσωπα του Τρωϊκού Πολέμου, την θρυλική Κασσάνδρα που προφητεύει τα μελλούμενα. «Το βιβλίο βασίζεται σε μια σειρά από μονολόγους της “δικής μου” Κασσάνδρας, καθώς βρίσκεται μέσα στο καράβι που την οδηγεί στις Μυκήνες», εξήγησε. «Είναι ένα πρόσωπο που κινείται ανάμεσα στον μύθο, τον θρύλο, την τέχνη και την ιστορία, και θα μου μείνει αξέχαστη στον ρόλο η ερμηνεία της Ελένης Χατζηαργύρη το 1965 στην παράσταση του Εθνικού, από τον θίασο του Αλέξη Μινωτή, με Κλυταιμνήστρα την Κατίνα Παξινού».

 

Ακολουθούν αυτούσιες οι παρουσιάσεις του Παύλου Μεθενίτη για τα τρία βιβλία:

 

*«Μπαρόκ» (μυθιστόρημα) – Αμάντα Μιχαλοπούλου (εκδόσεις Καστανιώτη, 2018)

 

Φίλες και φίλοι, τα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια έχουν την χαρά και την τιμή να φιλοξενούν την κυρία Αμάντα Μιχαλοπούλου, και το μυθιστόρημά της «Μπαρόκ», από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

«Μπαρόκ; Τι θα πει μπαρόκ; Δεν μπορείς να γράψεις μια απλή ιστορία;», αναρωτιέται, στα προεόρτια του βιβλίου της η κυρία Μιχαλοπούλου, αναφέροντας πως η λέξη «μπαρόκ» προέρχεται από τον όρο «verruca», που σημαίνει «απότομη πλαγιά», αλλά και «έλλειψη, σφάλμα». Προφανώς δεν συμβουλευόμαστε τα ίδια λεξικά, μιας και ο κύριος Μπαμπινιώτης, στο δικό του, είναι σαφής: η λέξη μπαρόκ παράγεται από την πορτογαλική λέξη «barocco», που σημαίνει «ασύμμετρο μαργαριτάρι».

Ο όρος χρησιμοποιούνταν παλιά από τους κοσμηματοποιούς για να περιγράψουν τους πολύτιμους λίθους με ακανόνιστο σχήμα, και μάλιστα με υποτιμητική χροιά. Βέβαια, μπαρόκ, στην Τέχνη, διαβάζω στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι εκείνη η καλλιτεχνική τεχνοτροπία που χαρακτηρίζεται από τον υπερβολικά πλούσιο διάκοσμο, τις έντονες αντιθέσεις, το επιδεικτικό ύφος και τις παράτολμες επινοήσεις.

Παράτολμες επινοήσεις: εδώ είμαστε... Επιπλέον, η Αμάντα Μιχαλοπούλου μπορεί μια χαρά να γράψει μια απλή ιστορία, άλλωστε το «Μπαρόκ» είναι γεμάτο από απλές ιστορίες. Ακούστε τις βασικές ιδέες κάποιων απ’ αυτές, και μετά θα σας πω για την παράτολμη επινόηση της δομής του βιβλίου. Λοιπόν: Ιταλός ταξιτζής επιχειρηματολογεί περί του μπαρόκ θεάτρου, ενώ η ηρωίδα του βιβλίου συμβαδίζει με τη κβαντική φυσική κάνοντας back flow, καθώς κρύβει λεφτά σε βιβλία, τα οποία δυσκολεύεται να θυμηθεί. Κάπου ‘δω σκάει κι ο Τσίπρας, ο «αμπελοφιλόσοφος», σύμφωνα με την Αμάντα πάντα, ενώ η ίδια φαντασιώνεται ένα ξενοπήδημα: όχι κι άσχημα, για απλές ιστορίες.

Σιγά - σιγά, φίλες και φίλοι, απ΄τα κεφάλαια του βιβλίου, που μπορείτε να τα εκλάβετε και ως διαδοχικά παράθυρα σ’ ένα μεγάλο, ωραίο κτίριο, περνούν τα επεισόδια της ζωής της συγγραφέως. Η δουλειά, η συγγραφή, ο άντρας, οι σπουδές. Και καθώς πηγαίνουμε συνεχώς προς τα πίσω, να και τα ταξίδια, το σχολείο, οι πρώην, τα μεθύσια, και βέβαια ο πρώτος οργασμός: ο κατακλυσμικός, ο σεισμικός, θα έλεγα, οργασμός, κάτι που είναι εντελώς φυσικό, μιας και συνέβη το 1981, συγχρόνως με τον μεγάλο σεισμό της Αθήνας...

Backflow, όπως είπα, δηλαδή ζωή σε ριγουάιντ, τύπου Μπέντζαμιν Μπάτον, με τηλεκοντρόλ την Αγία Λογοτεχνία, που δεν γνωρίζει φραγμούς τόπου, χρόνου και αιτιότητας, κυρίες και κύριοι. Είπαμε, η κυρία Μιχαλοπούλου μπορεί να γράψει μια απλή ιστορία. Προσωπικά, θα ήθελα να κρατούσε πατημένο το κουμπί της οπισθοπορείας, και να μας έκανε αποκλειστική και ζωντανή μετάδοση από το προγεννητικό αρχέγονο σκοτάδι. Θα χρειάζονταν πολλά Λογοτεχνικά Μεσημέρια για να φωτιστεί αυτό το έρεβος...

Όμως, ενώ αυτή η κίνηση προς τα πίσω είναι το χρονικό άνυσμα της αφήγησης, η ουσία του είναι ακόμα μία παράτολμη επινόηση: η Αμάντα Μιχαλοπούλου επινοεί την πραγματικότητά της, φίλες και φίλοι. Τί είναι λοιπόν το «Μπαρόκ»; Μυθιστόρημα ή βιογραφία; Τί σημασία έχει... Ας πούμε πως είμαστε όλοι, εσείς, εγώ, η Μιχαλοπούλου κι η ηρωίδα της τα αντικείμενα «ενός ελεγχομένου πειράματος, στο οποίο ό,τι ζούμε είναι ιστορία, κι ό,τι ιστορούμε ζωή», όπως λέει κι η ίδια. Κι όλα αυτά, όλο αυτό το χάος, επιτρέψτε μου να προσθέσω, συμβαίνουν με το πείραμα «ελεγχόμενο». Πού να ήταν και ανεξέλεγκτο... Η φαντασιακή μας ζωή δεν είναι αυτοβιογραφία; αναρωτιέται η Αμάντα σ’ αυτό το μυθιστόρημα με τα 50 οπισθοδρομικά κεφάλαια – ένα για κάθε χρόνο της ζωής της.

Ας το σκεφτούμε αυτό, περπατώντας προς τα πίσω, όπως κάνουν οι Κινέζοι, όπως διαβάζω στο «Μπαρόκ» - κάτι θα ξέρουν κι αυτοί. Παρεμπιπτόντως, η Μιχαλοπούλου συνάντησε στη Σαγκάη το Θεό – εξαιρετικός κύριος. Αλλά είμαι σίγουρος πως η ευγένεια και η καλή της ανατροφή δεν της επέτρεψαν να του τα ψάλλει ένα χεράκι, να του πει, ας πούμε, «το καλό που σου θέλω να μην υπάρχεις!»

Κι η ιστορία, αυτή η απλή, ασύμμετρη, ελλειπτική ιστορία της επινοημένης πραγματικότητας συνεχίζεται, φίλες και φίλοι. Ο νεκρός πατέρας που διπλώνει τα πουκάμισά του στην άκρη του κρεβατιού, οι Μπελιοστάφτηδες, που δεν είναι άνθρωποι ή πεθαμένοι, αλλά ζουν στα σύννεφα, το χιονισμένο Άμστερνταμ, το «γαπατώ» της κόρης της. Οι πρώην εραστές, που αυτό που μοιράστηκαν τους καίει γλυκά, παρότι ξέρουν ότι όταν ο ένας τους πεθάνει, ο άλλος δεν θα πάει στη κηδεία – επικό αυτό.

Πίσω, λοιπόν, και ακόμα πιο πίσω, ή μάλλον βαθιά, ακόμα πιο βαθιά, με χιούμορ, με λογισμό και μ’ όνειρο, με οξύνοια, με αφηγηματική κομψότητα. Η Αμάντα είναι καθαρόαιμη storyteller: χοντραίνει την πρόζα της όταν περιγράφει κάτι τρομακτικό, κάνα μπαμπούλα ας πούμε, την κάνει λεπτή και γάργαρη σαν κελάηδισμα όταν μιλάει κάποιο παιδί. Στα παλιά τα χρόνια θα ήταν η παραμυθού της φυλής, θα ζούσε από τα πρόσφορα των πεινασμένων για μύθο συγχωριανών της. Οι οποίοι συντοπίτες, μεταξύ μας, δεν ξέρω κατά πόσο θα εκτιμούσαν μια ιστορία για μια κατσαρίδα που ξύπνησε μεταμορφωμένη σε Φραντς Κάφκα – εγώ πάντως τη απόλαυσα, ακόμα κι αν την έγραψε η Αμάντα για να ρίξει ένα τύπο. Ελπίζω ότι τα κατάφερε, άλλωστε τα έντομα πάντα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη ζωή της. Ο Κινγκ μιλάει για σπουργίτια-ψυχοπομπούς, η Μιχαλοπούλου για μύγες, που βομβίζουν γύρω της μέχρι να αναγκαστεί να διαβεί τον Ρουβίκωνα: να παραιτηθεί από την εφημερίδα για να γράψει το πρώτο της μυθιστόρημα – σωστές οι μύγες.

Να δηλώσω τελειώνοντας πως καμιά σχέση δεν έχει η κυρία που κάθεται δίπλα μου με τις πενήντα διαφορετικές κυρίες των πενήντα κεφαλαίων του «Μπαρόκ», ούτε και με τη συγγραφέα τους, άλλωστε. Έχω την αίσθηση πως ζούμε, φίλες και φίλοι, αγαπητή Αμάντα, σε ένα αιώνιο παρόν, το οποίο πεθαίνει συνεχώς. Ο χρόνος είναι μια διηνεκής εκατόμβη στιγμών. Στον επόμενο τόνο, εγώ θα χαθώ, κι εγώ θα είμαι κάποιος άλλος, όπως κι εσείς, που θα ακούσετε την Αμάντα Μιχαλοπούλου να σας μιλά για κάποιες άλλες Αμάντες του παρελθόντος, επινοημένες ή μη – δεν έχει σημασία. Φτάνει να έχουν να αφηγηθούν αυτές οι Αμάντες, όπως και η τωρινή, δίπλα μου, μια απλή, ωραία ιστορία.

 

 

 

 

 

 

*«H Kασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» (μυθιστόρημα) –Μάνος Κοντολέων (εκδόσεις Πατάκη, 2018)

 

Φίλες και φίλοι, πριν από εννιά χρόνια, τον Αύγουστο του 2009, φιλοξενήθηκα στα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του Φεστιβάλ Δράμας, από τον Ανδρέα Παγουλάτο, του οποίου το έργο, μετά το θάνατό του, έχω την τιμή να συνεχίζω.

Εκείνη τη χρονιά λοιπόν, είχα παρουσιάσει τη «Λεβάντα της Άτκινσον», το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων. Υπάρχει και μια σχετική φωτογραφία: είναι ο Μάνος, ο Γιώργος ο Κακουλίδης, ο μακαρίτης ο Παγουλάτος, κι ο υποφαινόμενος. Από τους τέσσερις κυρίους, έχουν απομείνει τρεις, αλλά ο πανδαμάτωρ χρόνος φαίνεται σαν να έχει προσπεράσει το Μάνο, κάτι που μάλλον δεν συνέβη με μένα και τον Κακουλίδη...

Από το ’09 λοιπόν, ο Μάνος ο Κοντολέων έχει εκδώσει δεκάδες τίτλους, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Βιβλιονέτ – δεκάδες. Για συνολικό αριθμό τίτλων, ας μην το συζητάμε καλύτερα: ο άνθρωπος γράφει από το 1969, συμμετέχοντας σε ανθολογία νέων συγγραφέων, ενώ δέκα χρόνια αργότερα, το ’79, εκδίδει το πρώτο του βιβλίο: έκτοτε συνεχίζει ακάθεκτος.

Κι έτσι, φτάνουμε στο 2009. Τότε, εννιά χρόνια πριν, είχα πει πως ο Μάνος είναι ένας «μάχιμος γραφιάς», που υπηρετεί τον Πεζό Λόγο, σε όλα του τα είδη: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι, δοκίμιο. Συγνώμη, αλλά δεν θα μπορούσα να είχα περισσότερο δίκιο: ο Μάνος γράφει τα πάντα για όλους: για τα παιδιά και τους εφήβους, αλλά και για τους ενηλίκους, ρίχνοντας επιπλέον και γέφυρες ανάμεσά τους – τη λογοτεχνία cross over. Κείμενά του διδάσκονται στη Μέση Εκπαίδευση, αλλά, από την άλλη, ο Κοντολέων είναι από τους ελάχιστους Έλληνες συγγραφείς που έχει γράψει για την γυναικεία ομοφυλοφιλία: στο μυθιστόρημα «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», το 2015. Πολυσχιδής, πολύπλευρος και παραγωγικότατος, λοιπόν, είναι ο Μάνος.

Τώρα, στον επίλογο του βιβλίου του που θα σας παρουσιάσω, λέει πως «απευθύνεται σε ένα κοινό ενηλίκων, αλλά θα ήθελα πολύ –και το εύχομαι- να κρατούσε και το αναγνωστικό ενδιαφέρον και νέων σε ηλικία αναγνωστών».

Εγώ συμμερίζομαι την ευχή του. Μακάρι, χίλιες φορές μακάρι. Στο κάτω – κάτω, είμαστε όλοι, ενήλικες και νέοι, κατά κάποιον τρόπο προετοιμασμένοι για το τρέχον πόνημα του Κοντολέων, εφόσον έχουμε εξοικειωθεί με το στοιχείο του τραγικού, ειδικά μετά την πρόσφατη πυρκαγιά του Ιουλίου στην Αττική, με τα τραγικά της επακόλουθα.

Αυτό που θέλω να πω, είναι πως «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι ένα παράξενο και ιδιαίτερο βιβλίο, καθώς εισάγει το στοιχείο του τραγικού στη ζωή μας. Ή μάλλον, εξωραΐζει, αν μου επιτρέπετε, εκλογικεύει, εγκιβωτίζει σε λέξεις, παραγράφους και κεφάλαια, αυτό το άναρχο, το χαοτικό στοιχείο του τραγικού. Που συχνά το βιώνουμε ως θεομηνία, ως τη μήνη, την οργή, δηλαδή, του θεού, ή των θεών, και το λέω αυτό μετά λόγου γνώσεως.

Γιατί συμβαίνουν μαζικές φυσικές καταστροφές; Κανείς δεν ξέρει. Γιατί να καίγεται ή να πνίγεται ο άλφα και όχι ο βήτα; Γιατί το σπίτι του ενός γίνεται κάρβουνο, ενώ το διπλανό του, του γείτονα, δεν παθαίνει τίποτα; Ιδιοτροπίες του ανέμου; Τύχη; Εξ ύψους τιμωρία; Κανείς δεν ξέρει. Αυτή τη συντριβή λοιπόν από τις ερεβώδεις δυνάμεις, την ονομάζουμε «τραγωδία», δηλαδή, «μεγάλη καταστροφή».

Ίσως να επινοούμε αυτούς τους εκδικητικούς και μικρόψυχους θεούς επειδή ακριβώς δεν μπορούμε να διαχειριστούμε το γεγονός πως οι μεγάλες καταστροφές, οι εκατόμβες γίνονται χωρίς λόγο: γιατί; – γιατί έτσι. Είναι προτιμότερο, πιο τιμητικό για μας να φανταζόμαστε πως ένας θεός μας έχει βάλει το μάτι - έτσι αποσείουμε κάπως τις ευθύνες από πάνω μας. Άναρχη δόμηση; Ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού; Αυθαιρεσία των ιδιωτών; Διαφθορά των αρομοδίων; Ναι, εντάξει, αλλά αν σε έχει βάλει στο μάτι ο Θεός, ο Δίας ή ο Απόλλωνας, ό,τι και να κάνεις, δε σώζεσαι, ψέματα;...

Η Κασσάνδρα στην Μαύρη άμμο είναι ένα μυθιστόρημα για την ομηρική Κασσάνδρα. Την κόρη του Πριάμου και της Εκάβης, την αδελφή του Έκτορα και του Πάρη. Για την Κασσάνδρα, τη μάντισσα, που πρόλεγε τις καταστροφές, μόνο που κανείς δεν έδινε σημασία στα μαντέματά της. Φανταστείτε, τώρα: να βλέπεις τον όλεθρο να γεννιέται στο μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων, να τους τον κραυγάζεις στα μούτρα, αλλά να μην καταφέρνεις να τους πείσεις, ώστε να προσπαθήσουν να την αποτρέψουν, ώστε να προστατευτούν από τον εαυτό τους...

Η Κασσάνδρα ξαναζεί την τραγικότητα της ύπαρξής της: διαλεγμένη απο τον Φοίβο, δακτυλοδεικτούμενη από την οικογένειά της, λάφυρο του Αγαμέμνονα, ερωτευμένη με τους μόνους άντρες που δεν δικαιούνταν να είναι, άθυρμα των θεών – ένα αυτόχρημα τραγικό πρόσωπο, που ο Μάνος Κοντολέων ζωντανεύει στο βιβλίο του, δίνοντάς της φωνή, πάθη και λαχτάρες, τρόμους και συντριβή. Η Κασσάνδρα του είναι ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο, που απ’ ό,τι λέει ο ίδιος, ελλόχευε για καιρό στα σπήλαια του μυαλού του – ε, τώρα φαίνεται πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, για να βγει στο φως, για να περπατήσει ξανά στον πάνω κόσμο, μετά από είκοσι οχτώ αιώνες από την Άλωση της Τροίας, ντυμένη, φίλες και φίλοι, με τα ενδύματα των λέξεων.

Κι από αυτές, ο Μάνος έχει κασέλες ολόκληρες. Το βιβλίο είναι μεν γραμμένο με το σύνηθες ύφος του Κοντολέων – την ιδιαίτερη σύνταξή του με το ρήμα στο τέλος, και τις απανωτές παραγράφους των ολίγων λέξεων, που κάνουν την αφήγηση στακάτη και πλουμιστή, πλην όμως τώρα, η Κασσάνδρα είναι ενδεδυμένη και με κάποια αρχαία, αυθεντικά κομμάτια. Πολλά τα χωρία των τραγικών ποιητών που έχει εντάξει ο Κοντολέων στο κείμενό του, εναρμονίζοντάς τα όμως στο δικό του ρυθμό, όπου ξεχωρίζουν κάποιες αρχαίες λέξεις, στρατηγικά τοποθετημένες, ώστε καθώς διαβάζεις, ή μάλλον καθώς ακούς το κείμενο, να νιώθεις πως είσαι στην Επίδαυρο παρακολουθώντας αρχαίο δράμα. Εκείνη η γρώνη, με ωμέγα, που δεν την βρήκα ούτε στον Μπαμπινιώτη, τελικά ανακάλυψα πως σημαίνει κοιλότητα, ή θήκη σπαθιού....

Αυτά σας τα λέω για να καταλάβετε πως το κείμενο του Μάνου είναι μια ξεχωριστή περιβολή, για μια ξεχωριστή ηρωίδα, που αν και Τρωαδίτισσα, κυρίες και κύριοι, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι Ελληνίδα: αυτοί οι άνθρωποι που προλέγουν τα μελλούμενα, βάσει των συμπεριφορών των ανθρώπων του καιρού τους, που κανείς δεν τους πιστεύει, καθώς είναι πολύ ενοχλητικό να σου λένε πως θα το σπάσεις τελικά το κεφάλι σου εάν συνεχίσεις να κάνεις εγκληματικές ανοησίες κατά του εαυτού σου, των παιδιών σου, της κοινωνίας σου και της χώρας σου, αυτά τα πρόσωπα λοιπόν όντως υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα, υπάρχουν, ναι, όμως επιλέγουμε να κλείνουμε τα αυτιά μας όταν μιλούν.

Ευτυχώς που ο πολυγραφότατος και ακατάβλητος Μάνος έβγαλε ένα δυνατό βιβλίο για το αρχέτυπό τους, σκουντώντας μας, σαν να μας λέει εναγωνίως «γρηγορείτε!». Θα του δώσουμε την πρέπουσα σημασία;